Γλωσσάριο


Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω     C G J Q U V W    Πηγές


Α

Άκρο (limb)
Η άκρη του ορατού δίσκου ενός ουράνιου σώματος.
Ακτίνα σύγχρονης τροχιάς (synchronous orbit radius)
Η τροχιακή ακτίνα στην οποία η τροχιακή περίοδος ενός δορυφόρου είναι ίση με την περίοδο περιστροφής του πλανήτη του. Ένας σύγχρονος (ή γεωσύγχρονος) δορυφόρος με μηδενική τροχιακή κλίση (δηλ. στο ίδιο επίπεδο με τον ισημερινό τού πλανήτη) στέκει σταθερός στον ουρανό από την προοπτική ενός παρατηρητή στην επιφάνεια του πλανήτη. Αυτές οι τροχιές χρησιμοποιούνται συνήθως για τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους.
Ακτίνες X (x-ray)
Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία πολύ μικρού μήκους κύματος και πολύ μεγάλης ενέργειας. Οι ακτίνες X έχουν μικρότερο μήκος κύματος από την υπεριώδη ακτινοβολία και μεγαλύτερο μήκος κύματος από τις κοσμικές ακτίνες.
Ακτινοβολία (radiation)
Ενέργεια που εκπέμπεται με μορφή κυμάτων ή σωματιδίων (φωτόνια).
Άλβεδο (albedo, λευκαύγεια)
Ο λόγος της ποσότητας του ανακλώμενου φωτός προς την ποσότητα προσπίπτοντος φωτός σε ένα ετερόφωτο ουράνιο σώμα. Αποτελεί ένα μέτρο της αντανακλαστικότητας ή φωτεινότητας του σώματος. Ένα σώμα που ανακλά ολόκληρη την ποσότητα προσπίπτοντος φωτός έχει άλβεδο ίσο με 1, ενώ ένα τελείως μαύρο σώμα έχει άλβεδο ίσο με μηδέν.
Αλβεδικό χαρακτηριστικό (albedo feature)
Μια σκοτεινή ή φωτεινή περιοχή στην επιφάνεια ενός ουράνιου σώματος, που ξεχωρίζει βάσει του διαφορετικού άλβεδο που παρουσιάζει και που μπορεί να μην έχει σχέση με κάποιο γεωλογικό ή τοπογραφικό χαρακτηριστικό.
Αλυσίδα (catena)
Μια αλυσίδα (καδένα) από συνεχόμενους μετεωριτικούς κρατήρες.
Ανάδρομη (retrograde)
Δεξιόστροφη περιστροφή ή τροχιακή κίνηση, όταν τη βλέπουμε πάνω από τον βόρειο πόλο του σώματος. Η αντίστροφη κίνηση λέγεται ορθοδρομική (direct) και αφορά τους περισσότερους δορυφόρους. Βόρειος πόλος θεωρείται αυτός που βρίσκεται από την ίδια πλευρά της εκλειπτικής στην οποία βρίσκεται και ο βόρειος πόλος της Γης.
Ανάλυση (resolution)
Το πόσο μικρές λεπτομέρειες γίνονται ορατές σε μια εικόνα. Όσο πιο μεγάλη είναι η ανάλυση μιας εικόνας τόσο πιο πολλές λεπτομέρειες φαίνονται σε αυτή.
Ανθρακική ένωση (carbonate)
Η χημική ένωση που περιέχει άνθρακα και οξυγόνο (-CO3), όπως πχ το ανθρακικό ασβέστιο.
Ανοιχτό σμήνος (open cluster, galactic cluster)
Μια αραιή συστάδα μικρού αριθμού άστρων.
Αντίθεση (opposition)
Ένας ανώτερος πλανήτης λέγεται ότι είναι "σε αντίθεση" όταν βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη πλευρά της Γης από ό,τι ο Ήλιος. Σε αυτή τη θέση, γενικά, βρίσκεται πιο κοντά στη Γη και είναι πιο ευδιάκριτος.
Αντίποδας (antipodal point)
Το σημείο που βρίσκεται ακριβώς στην αντιδιαμετρική πλευρά του πλανήτη.
Ανώτεροι πλανήτες (superior planets)
Οι πλανήτες Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός και Ποσειδών ονομάζονται ανώτεροι πλανήτες, επειδή οι τροχιές τους βρίσκονται πιο μακριά από τον Ήλιο από ό,τι η τροχιά της Γης. Ο Ερμής και η Αφροδίτη ονομάζονται "κατώτεροι" πλανήτες.
Απόαψη (apoapsis)
Το σημείο της τροχιάς ενός σώματος, στο οποίο αυτό βρίσκεται στη μεγαλύτερή του απόσταση από τον πλανήτη γύρω από τον οποίο περιφέρεται.
Απόγειο (apogee)
Το σημείο της τροχιάς ενός σώματος, στο οποίο αυτό βρίσκεται στη μεγαλύτερή του απόσταση από τη Γη.
Απόκλιση (Declination, Dec)
Είναι η γωνία σε σχέση με τον ουράνιο ισημερινό. Η απόκλιση, μαζί με την Ορθή Αναφορά, χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ενός σημείου στον ουράνιο θόλο. Μετράται σε μοίρες βόρεια (0 έως +90) και νότια (0 έως –90).
Απόκρυψη (επιπρόσθηση, occultation)
Το μπλοκάρισμα του φωτός με τη μεσολάβηση ενός άλλου αντικειμένου. Ένας πλανήτης μπορεί να αποκρύψει (μπλοκάρει) το φως από ένα μακρινό αστέρι.
Αριθμός αστεροειδούς (asteroid number)
Ο αύξοντας αριθμός ανακάλυψης του αστεροειδούς.
Ασπιδοειδές ηφαίστειο (shield volcano)
Φαρδύ και χαμηλό ηφαίστειο σε σχήμα πεπλατυσμένου θόλου. Σχηματίστηκε από ροή πολύ ρευστής λάβας βασάλτη. Τα μεγαλύτερα ηφαίστεια της Γης είναι αυτού του είδους.
Αστεροειδής (asteroid)
Μεσαίου μεγέθους πετρώδες σώμα που περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο (λέγεται και πλανητοειδής - planetoid). Οι αστεροειδείς είναι μικρότεροι από τους πλανήτες, αλλά μεγαλύτεροι από τους μετεωροειδείς.
Αστρικό (sidereal)
Αναφέρεται στα άστρα. Η αστρική περιστροφή (Sidereal rotation) είναι ο χρόνος περιστροφής που μετράται σε σχέση με τους απλανείς αστέρες και όχι σε σχέση με τον Ήλιο ή τον πλανήτη ενός δορυφόρου.
Αστρικός μήνας (sidereal month)
Η μέση περίοδος περιφοράς της Σελήνης γύρω από τη Γη με σημείο αναφοράς απλανή αστέρα. Ισούται με 27 ημέρες, 7 ώρες και 43 λεπτά σε μονάδες μέσης ηλιακής ώρας.
Αστρονομική Μονάδα (AU, astronomical unit)
Μονάδα μήκους ίση με 149597870,691 km. Πρόκειται για τη μέση απόσταση της Γης από τον Ήλιο.
Ατμόσφαιρα (Atm, Atmosphere)
Μονάδα πίεσης ίση με την ατμοσφαιρική πίεση στην επιφάνεια της θάλασσας, στη Γη. Ισούται με 1,013 bar ή 1,03 kg/cm².
Αφήλιο (aphelion)
Το σημείο της τροχιάς ενός πλανήτη, στο οποίο αυτός βρίσκεται στη μεγαλύτερή του απόσταση από τον Ήλιο. Όταν πρόκειται για αντικείμενα που περιφέρονται γύρω από τη Γη, το αντίστοιχο σημείο λέγεται Απόγειο (apogee), ενώ αν περιφέρονται γύρω από άλλα σώματα λέγεται Απόαψη (apoapsis). Το αντίθετό του ονομάζεται Περιήλιο.
Adams, John Couch 1819-1892
Άγγλος αστρονόμος και μαθηματικός. Σε ηλικία 24 ετών, ήταν ο πρώτος που προέβλεψε τη θέση ενός πλανήτη πέρα από τον Ουρανό, αλλά δεν δημοσίευσε την πρόβλεψή του. Ο Galle, ανεξάρτητα, προέβλεψε τη θέση του Ποσειδώνα βάσει υπολογισμών του Le Verrier.
Angstrom (Å, Άγκστρομ)
Μονάδα μέτρησης μήκους ίση με 1.0e-08 cm.
Arago, Dominique François Jean 1786 - 1853
Γάλλος αστρονόμος και φυσικός, διευθυντής του Αστεροσκοπείου Παρισιού, ο οποίος ανακάλυψε το φαινόμενο παραγωγής μαγνητισμού μέσω περιστροφής.
d'Arrest, Heinrich Louis
Δανός αστρονόμος που βοηθούσε τον Galle κατά τις πρώτες παρατηρήσεις του Ποσειδώνα. Οι δυο τους ερεύνησαν την ουράνια περιοχή όπου σύμφωνα με τις προβλέψεις του Le Verrier βρισκόταν ο πλανήτης. Ο Galle παρατηρούσε με το τηλεσκόπιο και ο d'Arrest συνέκρινε την παρατήρηση με προηγούμενους αστρικούς χάρτες. Μέσα σε λίγα λεπτά από την έναρξη της έρευνας ανακάλυψαν τον Ποσειδώνα.

Β

Βασάλτης (basalt)
Ο όρος είναι γενικός και αναφέρεται σε σκουρόχρωμα, πυριγενή πετρώματα, σχετικά πλούσια σε σίδηρο και μαγνήσιο.
Βίαιη έκρηξη (explosive eruption)
Δραματική ηφαιστειακή έκρηξη κατά την οποία εκτινάσσονται συντρίμμια ψηλά στον αέρα για εκατοντάδες χιλιόμετρα. Η λάβα απαντάται σε σχετικά μικρές ποσότητες, αλλά μπορεί να αποβεί επικίνδυνη σε κοντινές περιοχές. Τέτοιου είδους έκρηξη συνέβη στο όρος της Αγίας Ελένης το 1980 (βορειοδυτικές ΗΠΑ).
Βολίδα (bolide, fireball)
Μεγάλο μετέωρο (διάττων αστέρας), που συνοδεύεται από βουή. Μια βολίδα που είναι λαμπρότερη από το φαινόμενο μέγεθος –3 αναφέρεται στα αγγλικά ως "fireball" (φωτόσφαιρα).
Βόρειο σέλας (aurora borealis)
Η φωταύγεια στην ιονόσφαιρα της βόρειας πολικής περιοχής της Γης, που προκαλείται από την αλληλεπίδραση του ηλιακού ανέμου με το γήινο μαγνητικό πεδίο και την ανώτερη ατμόσφαιρα. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στη νότια πολική περιοχή και λέγεται Νότιο σέλας (aurora australis).
Bar
Μονάδα πίεσης ίση με 0,987 ατμόσφαιρες ή 1,02 kg/cm².
Barnard, Edward Emerson 1857-1923
Αμερικανός αστρονόμος. Ανακάλυψε τον δορυφόρο του Δία, Αμάλθεια, και το άστρο του Barnard, που είναι το δεύτερο εγγύτερο σε μας.
Bode, Johann Elert 1747-1826
Γερμανός αστρονόμος, γνωστός για τον εμπειρικό του νόμο (νόμος του Bode), που αφορά την απόσταση των πλανητικών τροχιών από τον Ήλιο.
Bond, William Cranch 1789-1859
Αμερικανός αστρονόμος. Μελέτησε τον Κρόνο και ανακάλυψε, μαζί με τον Lassell, τον δορυφόρο του, Υπερίωνα.

Γ

Γαλαξίας (galaxy)
Ένα τεράστιο σύνολο δισεκατομμυρίων άστρων, απομονωμένο στο διάστημα, η συνοχή του οποίου εξασφαλίζεται από τη βαρύτητα.
Γαλιλαϊκοί Δορυφόροι (Galilean Moons)
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι δορυφόροι του Δία: Ιώ, Ευρώπη, Γανυμήδης και Καλλιστώ. Ανακαλύφτηκαν ανεξάρτητα από τον Γαλιλαίο και τον Marius.
Γεωσύγχρονη τροχιά (geosynchronous orbit)
Η ορθοδρομική, κυκλική, μικρής κλίσης τροχιά, στην οποία η τροχιακή ταχύτητα ενός δορυφόρου ισούται με την ταχύτητα περιστροφής του πλανήτη. Σε αυτή την περίπτωση, ο δορυφόρος φαίνεται σαν να είναι ακίνητος πάνω από ένα συγκεκριμένο σημείο της επιφάνειας του πλανήτη.
Γραμμή τερματισμού (terminator)
Είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της φωτιζόμενης και της μη φωτιζόμενης πλευράς του δίσκου ενός δορυφόρου ή πλανήτη.

Δ

Διαπλανητικό Μαγνητικό Πεδίο (interplanetary magnetic field - IMF)
Το μαγνητικό πεδίο που έχει φορέα τον ηλιακό άνεμο.
Διαχυτική έκρηξη (effusive eruption)
Μια σχετικά "ήσυχη" ηφαιστειακή έκρηξη κατά την οποία εκχέεται ρευστή βασαλτική λάβα που κυλάει περίπου με την ταχύτητα του ανθρώπινου βαδίσματος. Τέτοιου είδους έκρηξη συμβαίνει στο ηφαίστειο Kilauea, στο νησί της Χαβάης.
Δίιος πλανήτης (Jovian planet)
Οποιοσδήποτε από τους τέσσερις εξωτερικούς, αεριώδεις πλανήτες: Δίας, Κρόνος, Ουρανός και Ποσειδών.
Δίσκος (disk)
Η ορατή επιφάνεια του Ήλιου (ή οποιουδήποτε ουράνιου σώματος) που προβάλλεται στον ουρανό.
Δορυφόρος (satellite)
Ένα σώμα που περιφέρεται γύρω από ένα άλλο μεγαλύτερο σώμα.
Δορυφόρος ποιμένας (shepherd satellite)
Δορυφόρος που περιορίζει την έκταση ενός δακτυλίου του πλανήτη του, μέσω βαρυτικών δυνάμεων.

Ε

Εαρινή ισημερία (Vernal Equinox)
Το σημείο επί της ουράνιας σφαίρας στο οποίο ο Ήλιος διασχίζει το γήινο ισημερινό επίπεδο από νότο προς βορρά. Επίσης λέγεται και πρώτο σημείο του Κριού.
Εγγύτατος Κενταύρου (Proxima Centauri)
Το πλησιέστερο σε μας άστρο. Απέχει μόλις 1,31 pc. Αποτελεί ένα οπτικώς τριπλό σύστημα άστρων, μαζί με το ζεύγος α Κενταύρου.
Εκβλήματα (ejecta)
Υλικά, όπως υαλοποιημένοι και θρυμματισμένοι βράχοι, που έχουν εκτιναχθεί από έναν μετεωριτικό κρατήρα, όταν αυτός δημιουργήθηκε.
Έκκεντρη (eccentric)
Ελλειπτική, μη κυκλική (αναφέρεται σε τροχιά).
Εκκεντρότητα (eccentricity)
Η εκκεντρότητα μιας έλλειψης (πλανητικής τροχιάς) είναι ο λόγος της απόστασης των εστιών προς τον μεγάλο άξονα. Μπορεί να οριστεί και ως (ra–rp)/(ra+rp), όπου ra είναι η απόσταση της απόαψης και rp η απόσταση της περίαψης.
Έκλαμψη (flare)
Μια ξαφνική έκρηξη ενέργειας στον ηλιακό δίσκο, με διάρκεια λεπτών ή ακόμη και ωρών, από την οποία εκπέμπονται ακτινοβολία και σωματίδια.
Εκλειπτική (ecliptic)
Το επίπεδο της γήινης τροχιάς γύρω από τον Ήλιο.
Έκλειψη (eclipse)
Η απόκρυψη του φωτός ενός ουράνιου σώματος από ένα άλλο.
Έκρηξη (eruption)
Η εκβολή ηφαιστειακών υλικών (λάβας, πυροκλαστικών υλικών, ηφαιστειακών αερίων) στην επιφάνεια του εδάφους μέσω ενός κεντρικού κρατήρα, μιας ρωγμής ή ομάδας ρωγμών.
Ελάσσονες πλανήτες (minor planets)
Αυτή είναι η επίσημη ονομασία των αστεροειδών.
Έλλειψη (ellipse)
Επίπεδο οβάλ σχήμα. Ο Johannes Kepler ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε ότι οι τροχιές των πλανητών είναι ελλειπτικές και όχι κυκλικές, στηριζόμενος σε ακριβείς παρατηρήσεις του Tycho Brahe.
Εξάχνωση (sublime, sublimate)
Η μετάβαση μιας ουσίας από τη στερεή κατάσταση κατευθείαν στην αέρια κατάσταση, χωρίς μεσολάβηση της υγρής κατάστασης.
Επίπεδο Laplace (Laplace Plane)
Επίπεδο Laplace είναι το επίπεδο μέσα στο οποίο περιέχεται (κατά μέσο όρο) η μετάπτωση των δεσμών (nodal precession) του δορυφόρου. Ένας ισοδύναμος ορισμός είναι το επίπεδο που είναι κάθετο στον πόλο τροχιακής μετάπτωσης του δορυφόρου. Η κύρια χρησιμότητα του επιπέδου Laplace είναι να περιγράφει τις τροχιές των δορυφόρων των γιγάντιων πλανητών, οι οποίοι βρίσκονται αρκετά κοντά στον πλανήτη τους, ώστε να διαταράσσονται κυρίως από τον Ήλιο, τον πλανήτη και τις αρμονικές βαρύτητας του πλανήτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις το επίπεδο Laplace βρίσκεται υποχρεωτικά ανάμεσα από το επίπεδο τροχιάς του πλανήτη και το επίπεδο του ισημερινού του. Ωστόσο, στην περίπτωση των "εξωτερικών" δορυφόρων του Δία (όπως η Πασιφάη), κυριαρχούν οι παρέλξεις από τον Κρόνο, ακόμα και από τους γαλιλαϊκούς δορυφόρους, λόγω των αρμονικών βαρύτητας του Δία. Το αποτέλεσμα αυτών των "εξωτερικών" διαταραχών (που συνήθως δεν λαμβάνονται υπόψιν σε τυπικές περιγραφές του επιπέδου Laplace) είναι ένα επίπεδο Laplace που βρίσκεται πέρα από τα όρια του ισημερινού και τροχιακού επιπέδου του Δία.
Επιστημονική παράσταση αριθμού (exponential notation)
"1.23e4" σημαίνει 1,23 x 104 = 12300. "5.67e-8" σημαίνει 5,67 x 10-8 = 0,0000000567 (ως υποδιαστολή χρησιμοποιείται η τελεία).
Ερυθρός γίγαντας (red giant)
Ένα άστρο που έχει χαμηλή θερμοκρασία επιφάνειας και η διάμετρός του είναι μεγάλη σε σχέση με τον Ήλιο μας.
Έτος φωτός (light-year)
= 9.46053e12 km (= 5 880 000 000 000 μίλια= 63 239 AU). Η απόσταση που διανύει το φως σε ένα έτος.
e=mc²
Η σχέση μάζας-ενέργειας σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας (relativity) του Einstein. Η ενέργεια e ισούται με τη μάζα m επί την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο c². Έτσι, μια μικρή ποσότητα μάζας παράγει μια τεράστια ποσότητα ενέργειας.
Einstein, Albert 1879-1955
Γερμανο-αμερικανός φυσικός ο οποίος ανέπτυξε την Ειδική και τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, που μαζί με την Κβαντομηχανική αποτελούν τα θεμέλια της σύγχρονης Φυσικής επιστήμης. (Σχετικά λήμματα: σύντηξη, ταχύτητα του φωτός)
erg/sec
= 1e-10 kilowatts.

Ζ

Ζωδιακό φως (zodiacal light)
Μια αμυδρή λάμψη από το φως που σκεδάζεται λόγω της διαπλανητικής σκόνης κατά μήκος του επιπέδου της εκλειπτικής.
Ζώνη ακτινοβολίας (radiationbelt)
Περιοχή φορτισμένων σωματιδίων μέσα στη μαγνητόσφαιρα.

Η

Ηλιακή κηλίδα (sunspot)
Σκουρόχρωμη περιοχή στη φωτόσφαιρα του Ήλιου. Οι ηλιακές κηλίδες είναι συγκεντρώσεις μαγνητικής ροής, συνήθως σε διπολικές συστάδες ή ομάδες. Εμφανίζονται σκουρόχρωμες, επειδή είναι πιο ψυχρές από τη γύρω φωτόσφαιρα.
Ηλιακό νεφέλωμα (solar nebula)
Το νέφος αερίου και σκόνης που άρχισε να καταρρέει περίπου 5 δισεκατομμύρια έτη πριν, ώστε να σχηματίσει το ηλιακό σύστημα.
Ηλιακός άνεμος (solar wind)
Μια αδύναμη ροή αερίου και ενεργητικών φορτισμένων σωματιδίων, κυρίως πρωτονίων και ηλεκτρονίων (πλάσμα), που πηγάζει από τον Ήλιο. Οι τυπικές ταχύτητες του ηλιακού ανέμου είναι γύρω στα 350 km/h.
Ηλιακός κύκλος (solar cycle)
Η 11-ετής περίπου περίοδος μεταβολής της έντασης δραστηριότητας του Ήλιου.
Ηλιοκεντρικός (heliocentric)
Με κέντρο τον Ήλιο. Βλέπε Κοπέρνικος, Kepler, Γαλιλαίος.
Ηλιόπαυση (heliopause)
Το όριο στο οποίο ο ηλιακός άνεμος συναντά το διαστρικό υλικό, δηλαδή τους ηλιακούς ανέμους των άλλων άστρων.
Ηλιόσφαιρα (heliosphere)
Ο χώρος μέσα από το όριο της ηλιόπαυσης, που περιέχει τον Sun και το ηλιακό σύστημα.
Ημισφαίριο (hemisphere)
Το μισό της ουράνιας σφαίρας. Η ουράνια σφαίρα διαιρείται σε δύο ημισφαίρια είτε από τον ορίζοντα είτε από τον ουράνιο ισημερινό είτε από την εκλειπτική.
Ηφαίστειο (volcano)
(1) Ένα άνοιγμα (πόρος) στον φλοιό του πλανήτη μέσα από το οποίο βγαίνει μάγμα, αέρια και τέφρα, όταν γίνεται έκρηξη. (2) Η μορφή ή δομή που σχηματίζεται από τα υλικά της έκρηξης.
Hale, George Ellery 1868-1938
Αμερικανός αστρονόμος, που ίδρυσε τα παρατηρητήρια Yerkes, Mt. Wilson και Palomar.
Hall, Asaph 1829-1907
Αμερικανός αστρονόμος, που ανακάλυψε τους δύο δορυφόρους του Άρη Δείμο και Φόβο.
Halley, Edmond 1656-1742
Άγγλος αστρονόμος, ο οποίος με βάση τους νόμους του Νεύτωνα και τα ιστορικά δεδομένα, προέβλεψε με ακρίβεια την επανεμφάνιση του κομήτη, που τώρα φέρει το όνομά του.
H-alpha
Μια στενή λωρίδα στο φάσμα του ερυθρού φωτός, η οποία αντιστοιχεί στο μήκος κύματος εκπομπής και απορρόφησης του στοιχείου υδρογόνου. Συχνά χρησιμοποιείται για τη μελέτη του Ήλιου.
Herschel, Sir William 1738-1822
Βρετανός αστρονόμος, που ανακάλυψε τον Ουρανό. Επίσης καταχώρησε περισσότερους από 800 διπλούς αστέρες και 2500 νεφελώματα.
Hubble, Edwin Powell 1889-1953
Αμερικανός αστρονόμος, ο οποίος με τις παρατηρήσεις του απέδειξε ότι οι γαλαξίες είναι "κοσμικές νησίδες" και όχι νεφελώματα μέσα στον δικό μας γαλαξία. Η μεγαλύτερη ανακάλυψή του είναι η γραμμική σχέση μεταξύ της απόστασης ενός γαλαξία και της ταχύτητας με την οποία κινείται. Το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Hubble ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του.
Huygens, Christiaan 1629-1695
Ολλανδός φυσικός και αστρονόμος, ο οποίος πρώτος περιέγραψε τη φύση των δακτυλίων του Κρόνου (1655) και ανακάλυψε τον δορυφόρο του πλανήτη Τιτάνα. Επίσης πρωτοστάτησε στη χρήση του εκκρεμούς σε ρολόγια.

Θ

Θερμική μεταγωγή (convection)
Η μεταφορά θερμότητας μέσω κυκλοφορίας ρευστών υλικών (θερμικά ρεύματα), υπό την παρουσία βαρύτητας.
Θερμοκρασία μαύρου σώματος (blackbody temperature)
Η θερμοκρασία που έχει ένα σώμα, εάν αυτό επανεκπέμπει ολόκληρη τη θερμική ενέργεια που δέχεται, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία του αυτή να μην μεταβάλλεται.

Ι

Ιόν (ion)
Ένα άτομο ή τμήμα μορίου, που διαθέτει θετικό ηλεκτρικό φορτίο εξαιτίας της απώλειας ενός ή περισσοτέρων ηλεκτρονίων. Το απλούστερο ιόν είναι ο πυρήνας υδρογόνου, δηλαδή ένα μόνο πρωτόνιο.
Ιονόσφαιρα (ionosphere)
Μια περιοχή φορτισμένων σωματιδίων στην ανώτερη ατμόσφαιρα ενός πλανήτη. Στην περίπτωση της Γης εκτείνεται από το ύψος των 40 km έως τα 400 km ή και περισσότερο.

Κ

Καλντέρα (caldera)
Ένας κρατήρας που σχηματίστηκε από έκρηξη ή κατάρρευση ηφαιστειακού πόρου.
Κατάλοιπο υπερκενοφανούς (supernova remnant)
Το εναπομείναν αέριο από μια έκρηξη υπερκενοφανούς (σουπερνόβα).
Κατάταξη αστέρων (stellar classification)
Τα άστρα κατατάσσονται σε ομάδες, που συμβολίζονται από ένα γράμμα και έναν αριθμό, ανάλογα με τη φύση των φασματικών γραμμών τους, η οποία αντιστοιχεί περίπου στην επιφανειακή θερμοκρασία τους. Οι ομάδες είναι: O, B, A, F, G, K και M. Τα άστρα της ομάδας O είναι τα πιο θερμά, ενώ της ομάδας M είναι τα πιο ψυχρά. Οι αριθμοί είναι απλώς υποδιαιρέσεις των ομάδων. Οι ομάδες έχουν αυτή την παράδοξη σειρά, επειδή αποδόθηκαν πολύ καιρό πριν, προτού γίνει κατανοητή η σχέση τους με τη θερμοκρασία. Τα άστρα O και B είναι σπάνια, αλλά πολύ φωτεινά. Τα άστρα M είναι πολλά, αλλά αμυδρά. Ο Ήλιος μας έχει οριστεί ως G2.
Κατώτεροι πλανήτες (inferior planets)
Οι πλανήτες Ερμής και Αφροδίτη ονομάζονται κατώτεροι πλανήτες, επειδή οι τροχιές τους βρίσκονται πιο κοντά στον Ήλιο από ό,τι της Γης. Οι άλλοι πλανήτες ονομάζονται "ανώτεροι".
Κλίση (inclination)
Η κλίση της τροχιάς ενός πλανήτη είναι η γωνία μεταξύ του επιπέδου της τροχιάς του και της εκλειπτικής. Η κλίση της τροχιάς ενός δορυφόρου είναι η γωνία μεταξύ του επιπέδου της τροχιάς του και του επιπέδου του ισημερινού του πλανήτη γύρω από τον οποίο περιφέρεται.
Κοκκίωση (granulation)
Η εμφάνιση του σχήματος των κόκκων ή μικρών κυττάρων στην επιφάνεια του Ήλιου, που ωφείλεται στην κυκλοφορία των θερμών ρευστών του.
Κόμη (coma)
Η σκόνη και τα αέρια που περιβάλλουν τον ενεργό πυρήνα ενός κομήτη.
Κομήτης (comet)
Μεσαίου μεγέθους αντικείμενο που περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, το οποίο αποτελείται κυρίως από πάγους και είναι μικρότερο από τους πλανήτες.
Κοπέρνικος 1473-1543 (Copernicus, Nicolaus)
Πολωνός αστρονόμος που υποστήριξε το ηλιοκεντρικό σύστημα, αφού διείδε τις ατέλειες του γεωκεντρικού συστήματος του Πτολεμαίου. Η ιδέα του ηλιοκεντρικού συστήματος είχε τεθεί πρώτα από τον Αρίσταρχο τον Σάμιο, περί το 300 π.Χ.
Κορόνα ή στέμμα (corona)
Το ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας του Ήλιου, όπου η πυκνότητα είναι χαμηλή και η θερμοκρασία άνω του ενός εκατομμυρίου βαθμών K. Με τον ίδιο όρο αναφέρονται και στρογγυλά χαρακτηριστικά στην επιφάνεια πλανητών.
Κοσμικές ακτίνες (cosmic rays)
Φορτισμένα σωματίδια, εξαιρετικά υψηλής ενέργειας.
Κρατήρας (crater)
Μια καταβύθιση σε σχήμα κούπας. Δημιουργείται στον πόρο των ηφαιστείων (ηφαιστειακός κρατήρας) ή από πρόσκρουση μετεωρίτη (μετεωριτικός κρατήρας). Πολλές φορές οι μετεωριτικοί κρατήρες παρουσιάζουν μια κεντρική κορυφή. (Βλέπε και κατάλογο μεγάλων μετεωριτικών κρατήρων στη Γη).
Keeler, James E. 1857-1900
Αμερικανός αστροφυσικός, δεύτερος διευθυντής του Lick Observatory. Πιθανώς ανακάλυψε το σκοτεινό στενό χάσμα στο εξωτερικό τμήμα του δακτυλίου A του Κρόνου. Ο Keeler (μάλλον καταλάθος) ξεγελάστηκε από τη νόμιμη φήμη του, όταν το χάσμα του δακτυλίου A έγινε γνωστό ως "Χώρισμα Encke" (Encke's Division). Ο Encke είχε δει νωρίτερα μια αχνή διαφοροποίηση στον δακτύλιο A (τώρα ονομάζεται Encke Minima), η οποία είναι τελείως διαφορετική από το έντονα διακριτό χάσμα που κατέγραψε ο Keeler κατά την πρώτη νύχτα παρατήρησης με το διαθλαστικό Lick 36 ιντσών. Από την άλλη, το χάσμα αυτό ίσως είχε παρατηρηθεί νωρίτερα από τους Francesco De Vico, William Lassell και Rev. William R. Dawes.
Kelvin (K)
Οι 0 βαθμοί Kelvin είναι το απόλυτο μηδέν. Το H2O λιώνει στους 273 K (= 0° C = 32° F), ενώ βράζει στους 373 K (= 100° C = 212° F). Την κλίμακα Kelvin επινόησε ο William Thomson (Λόρδος Κέλβιν).
Kepler, Johannes 1571-1630
Γερμανός αστρονόμος και μαθηματικός. Θεωρείται ο ιδρυτής της σύγχρονης αστρονομίας. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα από τις θέσεις των πλανητών, που επιμελώς είχε συγκεντρώσει ο Tycho Brahe, ο Kepler διατύπωσε τους περίφημους τρεις νόμους της πλανητικής κίνησης, οι οποίοι αποτελούν τη μαθηματική έκφραση της θεωρίας του Κοπέρνικου για την περιφορά των πλανητών γύρω από τον Ήλιο.
Kowal, Charles T. 1940-
Αμερικανός αστρονόμος, που ανακάλυψε τη Λήδα (Leda, δορυφόρος του Δία) και τον πλανητοειδή 2060 Χείρωνα (95P/Chiron).
Kuiper, Gerard 1905-1973
Αμερικανός αστρονόμος ολλανδικής καταγωγής, γνωστός για τις μελέτες του για την επιφάνεια της Σελήνης. Ανακάλυψε τη Μιράντα και τη Νηρηίδα (Nereid), ενώ αντόπισε ατμόσφαιρα στον Τιτάνα.
Η Ζώνη Kuiper (Kuiper Belt) είναι μια δισκοειδής περιοχή πέρα από την τροχιά του Ποσειδώνα, περίπου 30 - 100 AU από τον Ήλιο, που περιέχει πολλά μικρά παγωμένα σώματα. Θεωρείται πλέον ως η πηγή των κομητών μικρής περιόδου.

Λ

Λευκός νάνος (white dwarf)
Ένα υπόλευκο άστρο με υψηλή θερμοκρασία επιφάνειας και χαμηλή φωτεινότητα. Η μάζα του είναι περίπου ίση με αυτή του Ήλιου αλλά η πυκνότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη.
Λίτρο (liter)
= 1000 cm³
Λόξωση (obliquity)
Η γωνία μεταξύ ισημερινού επιπέδου του πλανήτη και του τροχιακού του επιπέδου (Λόξωση των πλανητών).
Lagrange, Joseph Louis 1736-1813
Γάλλος μαθηματικός και αστρονόμος, ιταλικής καταγωγής. Συνέβαλε στη μελέτη της ουράνιας μηχανικής.
Σημεία Lagrange (Lagrange points)
Ο Lagrange απέδειξε ότι τρία σώματα μπορούν να βρίσκονται στις κορυφές ισόπλευρου τριγώνου το οποίο περιστρέφεται στο επίπεδό του. Εάν το ένα σώμα έχει αρκετά μεγαλύτερη μάζα σε σχέση με τα άλλα δύο, τότε αυτός ο τριγωνικός σχηματισμός εμφανίζεται σταθερός. Τα σώματα σε τέτοια σημεία αναφέρονται ενίοτε με τον όρο Τρωικοί (Trojans). Η κορυφή του τριγώνου που προηγείται στην κίνηση ονομάζεται πρόσθιο σημείο Lagrange ή L4, ενώ η κορυφή που έπεται ονομάζεται οπίσθιο σημείο Lagrange ή L5. Στην ίδια ευθεία με τα δύο μεγάλα σώματα βρίσκονται και τα σημεία L1, L2 και L3 που παρουσιάζουν ασταθή ισορροπία, ωστόσο είναι βολικές θέσεις για διαστημόπλοια, όπως πχ. το SOHO.
Lassell, William 1799-1880
Βρετανός αστρονόμος, που ανακάλυψε τον μεγαλύτερο δορυφόρο του Ποσειδώνα τον Τρίτωνα και (μαζί με τον Bond) τον δορυφόρο του Κρόνου Υπερίωνα. Πριν στραφεί στην αστρονομία, ήταν πετυχημένος ζυθοποιός.
Le Verrier, Urbain Jean Joseph 1811-1877
Γάλλος μαθηματικός, ο οποίος προέβλεψε πρώτος σωστά τη θέση ενός μη ανακαλυφθέντος πλανήτη (Ποσειδών) που προκαλούσε παρέλξεις στην τροχιά του Ουρανού (επιβεβαιώθηκε από τον Galle), αν και ο Adams είχε κάνει την ίδια πρόβλεψη λίγους μήνες νωρίτερα, αλλά δεν τη δημοσίευσε.
Lidar
Μια συσκευή παρόμοια με το Radar, η οποία όμως λειτουργεί με το ορατό φως (όχι με μικροκύματα).
Lowell, Percival 1855-1916.
Αμερικανός αστρονόμος. Ίδρυσε το Αστεροσκοπείο Lowell (Lowell Observatory) στην Αριζόνα (1894) από όπου μελέτησε τον Άρη και έφτασε να πιστεύει ότι τα ευθύγραμμα σημάδια στην επιφάνειά του (αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Schiaparelli) ήταν "κανάλια" και άρα ο πλανήτης κατοικούνταν από ευφυή όντα. Οι διάδοχοί του αργότερα ανακάλυψαν τον Πλούτωνα.

Μ

Μάγμα (magma)
Λιωμένο πέτρωμα μέσα στον φλοιό ενός πλανήτη, που είναι σε θέση να εισχωρήσει σε παρακείμενα πετρώματα ή να εξέλθει στην επιφάνεια. Τα πυριγενή πετρώματα προέρχονται από το μάγμα, μέσω στερεοποίησης και των συναφών διαδικασιών ή μέσω εκβολής του μάγματος στην επιφάνεια (ηφαίστειο).
Μαγνητική ουρά (magnetotail)
Το τμήμα της μαγνητόσφαιρας ενός πλανήτη που προεκτείνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση από ό,τι ο Ήλιος, πιεζόμενο από τον ηλιακό άνεμο.
Μαγνητικό πεδίο (magnetic field)
Ο χώρος γύρω από ένα μαγνητισμένο σώμα, όπου μπορούν να εμφανιστούν μαγνητικές δυνάμεις.
Μαγνητογράφος (magnetograph)
Ειδικό τηλεσκόπιο που αναλύει το χρώμα και την πόλωση του ηλιακού φωτός, με σκοπό τη μέτρηση του μαγνητικού πεδίου του Ήλιου.
Μαγνητόπαυση (magnetopause)
Το όριο της μαγνητόσφαιρας, το οποίο βρίσκεται μέσα από το κύμα κρούσης (bow shock).
Μαγνητόσφαιρα (magnetosphere)
Ο διαστημικός χώρος, μέσα στον οποίο κυριαρχεί το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη έναντι του ηλιακού ανέμου.
Μαύρη τρύπα (black hole)
Ένα αντικείμενο τεράστιας μάζας, του οποίου η βαρύτητα είνα τόσο ισχυρή, ώστε η ταχύτητα διαφυγής από αυτό είναι μεγαλύτερη από την ταχύτητα του φωτός.
Μεγάλος ημιάξονας (semimajor axis)
Μεγάλος ημιάξονας μιας έλλειψης (πχ. μιας πλανητικής τροχιάς) είναι το 1/2 του μήκους του μεγάλου άξονα, ο οποίος είναι το ευθύγραμμο τμήμα που περνάει από τις δύο εστίες της έλλειψης και έχει τα άκρα του στην περιφέρεια της έλλειψης. Ο μεγάλος ημιάξονας μιας πλανητικής τροχιάς είναι επίσης η μέση απόσταση του πλανήτη από το σώμα γύρω από το οποίο περιφέρεται (Ήλιος). Η απόσταση της περίαψης και της απόαψης υπολογίζονται βάσει του μεγάλου ημιάξονα και της εκκεντρότητας από τις σχέσεις: rp = a(1–e) και ra = a(1+e) αντίστοιχα.
Μέση ανωμαλία (Mean Anomaly)
Είναι το γινόμενο της μέσης κίνησης ενός ουράνιου σώματος στην τροχιά του επί τον χρόνο από το πιο πρόσφατο πέρασμά του από το περιήλιο.
Μέση κίνηση (Mean Motion)
Η γωνιακή ταχύτητα που απαιτείται για ένα σώμα ώστε να κάνει μια τροχιά γύρω από μια ιδανική έλλειψη συγκεκριμένου μεγάλου ημιάξονα. Αποτελεί ένα μέτρο του πόσο γρήγορα κινείται το σώμα πάνω στην τροχιά του.
Μεσημβρινός (Meridian)
Μεσημβρινός ενός τόπου είναι ένας μεγάλος κύκλος που περνά από τους πόλους περιστροφής της Γης και από το ζενίθ (σημείο ψηλά στη μέση του ουρανού) του τόπου.
Μετεωρίτης (meteorite)
Ένα πέτρωμα εξωγήινης προέλευσης επί της Γης.
Μετέωρο (meteor, διάττων)
Μια στιγμιαία φωτεινή γραμμή στον ουρανό, εξαιτίας της εισόδου στην ατμόσφαιρα ενός μετεωροειδούς ή παγωμένου μικρού σώματος. Τα πολύ μεγάλα ονομάζονται φωτόσφαιρες και βολίδες.
Μετεωροειδές (meteoroid)
Ένα πολύ μικρό κομμάτι βράχου σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο (μικρότερου μεγέθους από ό,τι οι αστεροειδείς).
Μικτό ηφαίστειο (composite volcano)
Ένα ηφαίστειο που αποτελείται από λάβα και πυροκλαστικά υλικά, συνήθως απόκρημνο.
Marius, Simon 1573-1624 (Mayr)
Γερμανός αστρονόμος που έδωσε στους γαλιλαϊκούς δορυφόρους του Δία τα ονόματά τους. Ο Marius και ο Γαλιλαίος υποστήριξαν και οι δύο ότι ανακάλυψαν το 1610 τους εν λόγω δορυφόρους, πιθανόν ανεξάρτητα. Ο Marius ήταν επίσης ο πρώτος που παρατήρησε το νεφέλωμα της Ανδρομέδας με τηλεσκόπιο και ένας από τους πρώτους που παρατήρησαν ηλιακές κηλίδες.
Messier
Ο Charles Messier ήταν Γάλλος κυνηγός κομητών. Το 1781 δημοσίευσε τον ομώνυμο κατάλογο ουράνιων αντικειμένων, τα οποία μπορεί κάποιος να τα εκλάβει για κομήτες καταλάθος, επειδή μοιάζουν έτσι.
millibar
1/1000 του bar. Η ατμοσφαιρική πίεση στη επιφάνεια της θάλασσας είναι περίπου 1013 millibar.

Ν

Νέο (young)
Όταν μια πλανητική επιφάνεια είναι "νέα" σημαίνει ότι τα ορατά χαρακτηριστικά της έχουν σχετικά πρόσφατη προέλευση, ενώ τα παλαιότερα χαρακτηριστικά έχουν καταστραφεί (πχ. από διάβρωση ή ροή λάβας). Οι νέες επιφάνειες συνήθως ποικίλουν και είναι περίπλοκες, ενώ διαθέτουν λιγοστούς κρατήρες. Αντίθετα, μια "παλαιά" επιφάνεια έχει αλλάξει σχετικά ελάχιστα μέσα στον γεωλογικό χρόνο. Η επιφάνεια της Γης και της Ιώς είναι νέα, ενώ η επιφάνεια του Ερμή και της Καλλιστώς είναι παλαιά. Όσον αφορά τα άστρα, ένα άστρο είναι νέο αν έχει ηλικία μερικών εκατομμυρίων ετών.
Νετρίνο (neutrino)
Τα νετρίνο είναι θεμελιώδη σωματίδια που υποτίθεται ότι παράγονται μαζικά από τις πυρηνικές αντιδράσεις των άστρων. Είναι πολύ δύσκολο να ανιχνευτούν, εφόσον η μεγάλη πλειοψηφία τους διαπερνούν πλήρως τη Γη, χωρίς να αλληλεπιδρούν.
Νεφέλωμα (nebula - nebulae)
Μια διάχυτη μάζα διαστρικής σκόνης και αερίου. Εμφανίζεται ως εκτεταμένο αντικείμενο που δεν μοιάζει με αστέρι.
Νεφέλωμα ανάκλασης (reflection nebula)
Ένα νέφος σκόνης που ανακλά το αστρικό φως.
Νεφέλωμα διάχυσης (diffuse nebula)
Ένα νεφέλωμα εκπομπής (emission) ή ανάκλασης (reflection).
Νεφέλωμα εκπομπής (emission nebula)
Ένα νέφος αερίων που εκπέμπει ακτινοβολία από διέγερση.
Νήμα (filament)
Μια ποσότητα ψυχρού αερίου σε σχήμα κορδονιού, που υψώνεται πάνω από τη φωτόσφαιρα του Ήλιου εξαιτίας μαγνητικών πεδίων. Το νήμα φαίνεται πιο σκοτεινό, κόντρα στον δίσκο του Ήλιου. Όταν το νήμα εμφανίζεται στο άκρο του ηλιακού δίσκου, κόντρα στο σκούρο διάστημα, λέγεται προεξοχή.
Neujmin, Grigoriy N.
Ουκρανός αστρονόμος που ανακάλυψε τον αστεροειδή 951 Gaspra.
Newton, Isaac 1642-1727 (Νεύτωνας)
Άγγλος κληρικός και επιστήμονας. Ανακάλυψε τους κλασικούς νόμους της κίνησης και της βαρύτητας. Η ιστορία με το μήλο είναι μάλλον μύθος.
Nicholson, Seth Barnes 1891-1963
Αμερικανός αστρονόμος. Ανακάλυψε τη Λυσιθέα, την Ανάγκη, την Κάρμη και τη Σινώπη (δορυφόροι του Δία). Επίσης έκανε σημαντικές εργασίες πάνω στις ηλιακές κηλίδες.

Ξ

Ο

Οπίσθιο ημισφαίριο (trailing hemisphere)
Το ημισφαίριο που "κοιτάζει" προς τα πίσω, αντίθετα προς την κατεύθυνση κίνησης ενός δορυφόρου, ο οποίος έχει στραμμένη σταθερά την ίδια πλευρά του προς τον πλανήτη γύρω από τον οποίο περιφέρεται.
Οπτικό βάθος (optical depth)
Το οπτικό βάθος είναι ένα μέτρο της διαφάνειας ενός συστήματος δακτυλίων. Όταν ο δακτύλιος είναι "οπτικά παχύς" (δηλ. έχει μεγάλο οπτικό βάθος), τότε είναι σχεδόν αδιαφανής και ελάχιστο φως περνά μέσα. Όταν ο δακτύλιος είναι "οπτικά λεπτός" (δηλ. έχει μικρό οπτικό βάθος), σημαίνει ότι το υλικό του είναι πολύ αραιό και επομένως το μεγαλύτερο ποσοστό του φωτός περνά από μέσα του.
Ορθή Αναφορά (RA, Right Ascension)
Η Ορθή Αναφορά μαζί με την Απόκλιση (Declination) χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ενός σημείου στον ουράνιο θόλο. Η Ορθή Αναφορά μετριέται σε ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα πάνω στον ουράνιο ισημερινό με κατεύθυνση προς ανατολάς και σημείο έναρξης το σημείο της εαρινής ισημερίας.
Ορθοδρομική (direct, prograde)
Η περιστροφή ή περιφορά ενός ουράνιου σώματος αντίθετα προς τους δείκτες του ρολογιού, όταν το βλέπουμε πάνω από τον βόρειο πόλο του. Το αντίθετο είναι η ανάδρομη (retrograde) περιστροφή ή περιφορά. Βόρειος πόλος θεωρείται αυτός που βρίσκεται από την ίδια μεριά της εκλειπτικής με τον βόρειο πόλο της Γης.
Όριο του Roche (Roche limit)
Η κοντινότερη απόσταση στην οποία μπορεί να βρίσκεται η τροχιά ενός ρευστού σώματος γύρω από ένα μεγαλύτερο χωρίς να διαλυθεί από τις παλιρροϊκές δυνάμεις. Ένα στερεό σώμα μπορεί να επιβιώσει μέσα στο όριο του Roche αν οι παλιρροϊκές δυνάμεις δεν υπερβαίνουν τη δομική αντοχή του.
Το όριο του Roche υπολογίζεται από την εξίσωση:
RL = 2.456*R*(p'/p)^(1/3)
όπου p' η πυκνότητα του πλανήτη, p η πυκνότητα του δορυφόρου και R η ακτίνα του πλανήτη.
Τα όρια του Roche για τους πλανήτες με δακτυλίους είναι:
Δίας - 175.000 km (108.000 miles)
Κρόνος - 147.000 km (92,000 miles)
Ουρανός - 62.000 km (39.000 miles)
Ποσειδών - 59.000 km (37.000 miles)
Ουράνιος ισημερινός (celestial equator)
Η προβολή στον ουρανό του γήινου ισημερινού.
Olbers, Heinrich Wilhelm 1758-1840
Γερμανός φυσικός και αστρονόμος. Ανακάλυψε τους αστεροειδείς Εστία και Παλλάδα.
Oort, Jan Hendrik 1900-1992
Ολλανδός αστρονόμος με σημαντική συνεισφορά στη γνώση της δομής και περιστροφής του γαλαξία μας. Επίσης μελέτησε τους κομήτες. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν μια θεωρία, τώρα ευρέως αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία ο Ήλιος περιβάλλεται από ένα μακρινό νέφος αντικειμένων που αποτελούν τις πρώτες ύλες κομητών, γνωστό πλέον ως Νέφος του Oort (Oort cloud). Κάποια από αυτά τα αντικείμενα σποραδικά εκσφενδονίζονται μέσα στο ηλιακό σύστημα και εμφανίζονται ως κομήτες.

Π

Πάγος (ice)
Ο όρος χρησιμοποιείται για το νερό, το μεθάνιο και την αμμωνία, που εμφανίζονται συνήθως σε στερεή κατάσταση στο εξωτερικό ηλιακό σύστημα.
Παλαιό (old)
Η επιφάνεια ενός πλανήτη λέγεται παλαιά, αν έχει τροποποιηθεί ελάχιστα από τότε που δημιουργήθηκε, ενώ συνήθως διαθέτει μεγάλο αριθμό κρατήρων (συγκρίνετε με τη νέα). Όσον αφορά τα άστρα, ένα παλαιό άστρο έχει ηλικία τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων ετών.
Παλιρροϊκές δυνάμεις (tidal forces)
Η βαρυτική έλξη σε ουράνια σώματα από κοντινούς τους πλανήτες ή δορυφόρους. Όταν οι παλιρροϊκές δυνάμεις από τον πλανήτη και από άλλους δορυφόρους επικεντρώνονται σε κάποιον δορυφόρο, ιδιαίτερα αν οι τροχιές τούς φέρνουν σε ευθυγράμμιση επαναλαμβανόμενα, τότε μπορούν να παραχθούν τεράστια ποσά ενέργειας στο εσωτερικό του δορυφόρου. Η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα στην Ιώ οφείλεται στην αλληλεπίδραση παλιρροϊκών δυνάμεων.
Παρασκιά (penumbra)
Το εξωτερικό μέρος μιας ηλιακής κηλίδας, που δεν είναι πολύ σκοτεινό.
Παρσέκ (Parsec)
= 206265 AU = 3,26 έτη φωτός
Πάρελξη (perturb)
Είναι το αίτιο που κάνει ένα πλανήτη ή δορυφόρο να παρεκλίνει από την κανονική θεωρητική τροχιά του.
Περίαψη (periapsis)
Το σημείο της τροχιάς ενός δορυφόρου, στο οποίο αυτός βρίσκεται πιο κοντά στον πλανήτη του.
Περίγειο (perigee)
Το σημείο της τροχιάς ενός δορυφόρου της Γης, στο οποίο αυτός βρίσκεται πιο κοντά στη Γη.
Περιήλιο (perihelion)
Το σημείο της τροχιάς ενός πλανήτη, στο οποίο αυτός βρίσκεται πιο κοντά στον Ήλιο. Για τους δορυφόρους της Γης χρησιμοποιείται ο όρος περίγειο, ενώ για τους δορυφόρους άλλων σωμάτων ο όρος περίαψη. Το αντίθετό του είναι το αφήλιο.
Πλανήτης (planet)
Ένα αντικείμενο σε τροχιά γύρω από άστρο, που δεν είναι καφέ νάνος, αλλά μεγαλύτερος από αστεροειδή. Αυτό είναι κάπως διφορούμενο. Για το ηλιακό μας σύστημα ο ιστορικός ορισμός έχει ως εξής: "Ένας πλανήτης είναι μέλος του συνόλου {Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδών, Πλούτων}". Όλοι οι γνωστοί πλανήτες σε τροχιά γύρω από άλλα άστρα είναι μεγάλοι αεριώδεις πλανήτες, ώστε εκεί να μην προκύπτει καμία ασάφεια. Αλλά καθώς αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε γήινους πλανήτες και στη συνέχεια μικρότερα αντικείμενα, θα χρειάζονται κάποιοι περαιτέρω αυθαίρετοι ορισμοί.
Πλανητικό νεφέλωμα (planetary nebula)
Ένα λαμπερό νεφέλωμα που έχει εκτιναχθεί από ένα άστρο που πεθαίνει.
Πλάσμα (plasma)
Ένα χαμηλής πυκνότητας αέριο που αποτελείται από μεμονωμένα φορτισμένα άτομα, αν και οι συνολικοί αριθμοί θετικών και αρνητικών φορτίων είναι ίσοι μεταξύ τους, διατηρώντας μια συνολική ηλεκτρική ουδετερότητα.
Πόλωση (polarization)
Μια από τις ιδιότητες του φωτός. Το φως έχει τρεις ιδιότητες: τη φωτεινότητα, το χρώμα και την πόλωση.
Πόρος (vent)
Το άνοιγμα στον φλοιό μέσα από τον οποίο γίνεται η έκρηξη του ηφαιστειακού υλικού.
Προεξοχή (prominence)
Ένα σκέλος σχετικά κρύου αερίου στην ηλιακή κορόνα, που εμφανίζεται λαμπερό όταν βρίσκεται στα άκρα του Ήλιου κόντρα στο σκοτεινό διάστημα.
Προσαύξηση (accretion)
Συσσώρευση σκόνης και αερίων σε μεγαλύτερα σώματα, όπως άστρα, πλανήτες και δορυφόρους.
Πρόσθιο ημισφαίριο (leading hemisphere)
Το ημισφαίριο που "κοιτάζει" προς τα μπρος στην κατεύθυνση κίνησης ενός δορυφόρου, ο οποίος έχει στραμμένη σταθερά την ίδια πλευρά του προς τον πλανήτη γύρω από τον οποίο περιφέρεται.
Πτητική ουσία (volatile)
Αναφέρεται σε ουσίες που είναι αέρια σε συνήθεις θερμοκρασίες. Στην αστρονομία, περιλαμβάνονται το υδρογόνο, το ήλιο, το νερό, η αμμωνία, το διοξείδιο του άνθρακα και το μεθάνιο.
Πυκνότητα (density)
Η μάζα προς τον όγκο. Μετράται συνήθως σε γραμμάρια ανά κυβικό εκατοστόμετρο (g/cm³) ή χιλιόγραμμα ανά κυβικό μέτρο (kg/m³).
Πυριγενές (igneous)
Πέτρωμα ή ορυκτό που προέκυψε από στερεοποίηση λιωμένου ή εν μέρει λιωμένου υλικού.
Πυρηνική σύντηξη (nuclear fusion)
Μια πυρηνική διαδικασία κατά την οποία πολλοί μικροί πυρήνες συνδυάζονται και φτιάχνουν έναν μεγαλύτερο, η μάζα του οποίου είναι λίγο μικρότερη από το άθροισμα των μαζών των αρχικών πυρήνων. Η διαφορά μάζας μετατρέπεται σε ενέργεια σύμφωνα με την περίφημη εξίσωση του Einstein E=mc². Αυτή είναι η πηγή της ενέργειας του Ήλιου και κατ' επέκταση όλης (σχεδόν) της ενέργειας επί της Γης.
Πυριτική ένωση (silicate)
Μια χημική ένωση που περιέχει πυρίτιο και οξυγόνο (πχ. ο ολιβίνης).
Πυροκλαστικό (pyroclastic)
Αναφέρεται στα κατακερματισμένα πετρώματα που σχηματίζονται κατά τις ηφαιστειακές εκρήξεις. Η πυροκλαστική ροή (pyroclastic flow, πυροκλαστικό κύμα) είναι κάτι σαν χιονοστοιβάδα καυτής τέφρας, ελαφρόπετρας και θρυμματισμένων βράχων, που κατεβαίνει την πλαγιά του ηφαιστείου με ταχύτητα 100 km/h ή και περισσότερο. Η θερμοκρασία μέσα στην πυροκλαστική ροή μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 500°C.
Perrine, Charles Dillon 1867-1951
Αργεντινο-αμερικάνος αστρονόμος, που ανακάλυψε την Ιμαλία και την Ελάρη (δορυφόροι του Δία).
Piazzi, Giuseppe 1746-1826
Ιταλός αστρονόμος, και μοναχός, ιδρυτής του αστεροσκοπείου του Παλέρμο (1789). Δημοσίευσε έναν κατάλογο αστέρων και ανακάλυψε και ονομάτισε τον πρώτο ελάσσονα πλανήτη, τη Δήμητρα (Ceres).
Pickering, William Henry 1858-1938
Αμερικανός αστρονόμος. Οι φωτογραφίες του από τον Άρη, από τις παλαιότερες που έχουν ληφθεί, παρείχαν τη βάση για την αντίθεσή του στις παρατηρήσεις των υποτιθέμενων καναλιών του πλανήτη από τον Lowell. Ανακάλυψε τη Φοίβη (δορυφόρος του Κρόνου).
Pope, Alexander 1688-1744
Άγγλος συγγραφέας περισσότερο γνωστός για τα σατιρικά έπη-παρωδίες The Rape of the Lock και The Dunciad.
Ptolemy 87-150 (Κλαύδιος Πτολεμαίος)
Αλεξανδρινός αστρονόμος, μαθηματικός και γεωγράφος, ο οποίος πίστευε ότι όλα τα ουράνια σώματα περιφέρονται γύρω από τη Γη.

Ρ

Ρηγόλιθος (regolith)
Στρώμα από βραχώδη συντρίμμια και σκόνη, που δημιουργήθηκαν από μετεωριτικές προσκρούσεις, το οποίο καλύπτει την επιφάνεια πλανητών, δορυφόρων και αστεροειδών.

Σ

Σέλας (aurora)
Η φωταύγεια στην ιονόσφαιρα του πλανήτη, που προκαλείται από την αλληλεπίδραση του πλανητικού μαγνητικού πεδίου με τα φορτισμένα σωματίδια που προέρχονται από τον Ήλιο.
Σεληνιακός μήνας (lunar month)
Ο μέσος χρόνος μεταξύ μιας νέας σελήνης ή πανσελήνου και της επόμενής της. Ισούται με 29 ημέρες 12 ώρες 44 λεπτά. Ονομάζεται επίσης και συνοδικός μήνας.
Σκιά (umbra)
Η σκοτεινή κεντρική περιοχή μιας ηλιακής κηλίδας.
Στρατόσφαιρα (stratosphere)
Η ψυχρή περιοχή της πλανητικής ατμόσφαιρας πάνω από την περιοχή μεταβολών (τροπόσφαιρα). Συνήθως δεν παρουσιάζει κατακόρυφες κινήσεις, αλλά μερικές φορές παρουσιάζονται μεγάλα οριζόντια ρεύματα (αεριοχείμαρροι, jet streams).
Σύγχρονη περιστροφή (synchronous rotation)
Ένας δορυφόρος έχει σύγχρονη περιστροφή όταν η περίοδος περιστροφής γύρω από τον άξονά του είναι ίση με την περίοδο περιφοράς γύρω από τον πλανήτη του. Αυτό σημαίνει ότι ο δορυφόρος έχει στραμμένο πάντα το ίδιο ημισφαίριο προς τον πλανήτη (όπως η περίπτωση της Σελήνης). Επίσης σημαίνει ότι ένα ημισφαίριο (το πρόσθιο ημισφαίριο) "κοιτάζει" πάντα προς τα εμπρός στην κίνηση της τροχιάς του και το άλλο (το οπίσθιο ημισφαίριο) "κοιτάζει" πάντα προς τα πίσω. Οι περισσότεροι δορυφόροι του ηλιακού συστήματος περιστρέφονται σύγχρονα.
Σύνοδος ή συζυγία (conjunction)
Ένας κατώτερος πλανήτης είναι σε "κατώτερη σύνοδο" όταν βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα από τη Γη και τον Ήλιο, ενώ είναι σε "ανώτερη σύνοδο" όταν ο Ήλιος βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα από αυτόν και τη Γη. Ένας ανώτερος πλανήτης είναι σε "σύνοδο" όταν ο Ήλιος βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα από αυτόν και τη Γη. Όταν όμως η Γη βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα από αυτόν και τον Ήλιο, τότε ο πλανήτης βρίσκεται σε "αντίθεση".
Συντονισμός (resonance)
Μια κατάσταση κατά την οποία ένα σώμα σε τροχιά υπόκειται σε περιοδικές βαρυτικές παρέλξεις από ένα άλλο σώμα.
Σφαιρωτό σμήνος (globular cluster)
Ένα πυκνό σμήνος αστεριών.
Σχετικότητα (Relativity)
Θεωρία που περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις κινήσεις των σωμάτων μέσα σε ισχυρά βαρυτικά πεδία ή κοντά στην ταχύτητα του φωτός από ό,τι η μηχανική του Νεύτωνα. Τα μέχρι σήμερα πειράματα συμφωνούν με τις προβλέψεις της Σχετικότητας σε υψηλό βαθμό ακρίβειας. Περιέργως, ο Αϊνστάιν έλαβε το βραβείο Nobel το 1921 όχι για τη Σχετικότητα, αλλά για μια εργασία του 1905 πάνω στο φωτοηλεκτρικό φαινόμενο και για "υπηρεσίες στη Θεωρητική Φυσική".
Schiaparelli, Giovanni Virginio 1835-1910
Ιταλός αστρονόμος ο οποίος πρώτος παρατήρησε το 1877 τα "κανάλια" στον Άρη. Πίστευε ότι αυτά ήταν ευθύγραμμα χαρακτηριστικά που ενώνονταν σε περίπλοκους σχηματισμούς. Σιγά σιγά, στον τύπο, πέρασε η άποψη ότι ήταν τεχνικές κατασκευές ευφυούς ζωής στον Άρη. Ακόμη και ορισμένοι αστρονόμοι δέχτηκαν αυτή την άποψη, όπως ο Percival Lowell.
Shakespeare, William 1564-1616 (Σαίξπηρ)
Άγγλος θεατρικός συγγραφέας και ποιητής. Έγραψε μερικά καλά σκετς.

Τ

Ταχύτητα του φωτός (speed of light)
= 299.792.458 m/sec (186.000 miles/second). Σύμφωνα με τη θεωρία της Σχετικότητας του Einstein, τίποτα δεν μπορεί να πάει πιο γρήγορα από την ταχύτητα του φωτός.
Τεκτονικές (tectonic)
Δυνάμεις που επενεργούν στον φλοιό ενός πλανήτη παραμορφώνοντάς τον.
Τέφρα (cinders)
Ελαφρύ υλικό που εκτοξεύεται κατά την ηφαιστειακή έκρηξη, αποτελούμενο από σωματίδια διαμέτρου από 4 έως 32 mm.
Τροπόσφαιρα (troposphere)
Οι χαμηλότερες περιοχές της πλανητικής ατμόσφαιρας, όπου μέσω θερμικής μεταγωγής αναμειγνύεται ο αέρας και έτσι διατηρείται μια σταθερή αύξηση της θερμοκρασίας με το βάθος. Τα περισσότερα σύννεφα βρίσκονται στην τροπόσφαιρα.
Τροχιά (orbit)
Η διαδρομή ενός αντικειμένου που κινείται γύρω από ένα άλλο αντικείμενο ή σημείο.
Τρωικό (Trojan)
Ένα αντικείμενο σε τροχιά πάνω στα σημεία Lagrange ενός άλλου μεγαλύτερου αντικειμένου. Η ονομασία δόθηκε, μέσω γενίκευσης, από τους μεγάλους αστεροειδείς στα σημεία Lagrange του Δία: 588 Αχιλλεύς, 624 Έκτωρ και 911 Αγαμέμνων. Οι δορυφόροι του Κρόνου Ελένη, Καλυψώ και Τελεστώ ονομάζονται επίσης κάποιες φορές τρωικοί.
Tycho Brahe 1546-1601 (Τύχων Μπραχέ)
Δανός αστρονόμος, του οποίου οι ακριβείς αστρονομικές παρατηρήσεις οδήγησαν στους νόμους του Kepler, για την κίνηση των πλανητών.
Thomson, William 1824-1907 (Λόρδος Κέλβιν, Lord Kelvin)
Βρετανός φυσικός που ανέπτυξε την κλίμακα θερμοκρασίας Kelvin.
Tombaugh, Clyde 1906-1997
Αμερικανός αστρονόμος που ανακάλυψε τον Πλούτωνα.

Υ

Υπεριώδες (ultraviolet)
Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία με μήκος κύματος μικρότερο από ό,τι το ιώδες άκρο του ορατού φωτός. Η ατμόσφαιρα της Γης μπλοκάρει αποτελεσματικά το μεγαλύτερο ποσοστό υπεριώδους φωτός.

Φ

Φαινόμενο του θερμοκηπίου (greenhouse effect)
Η αύξηση της θερμοκρασίας, όταν η ηλιακή ακτινοβολία εισέρχεται ανεμπόδιστα, ενώ η εκπεμπόμενη θερμική ακτινοβολία μπλοκάρεται από την ατμόσφαιρα (σπουδαιότεροι παράγοντες είναι το διοξείδιο του άνθρακα και οι υδρατμοί). Πολύ σημαντικό για την Αφροδίτη και τη Γη, αλλά πολύ αδύναμο στον Άρη.
Φαινόμενο μέγεθος (μέγεθος, magnitude, apparent magnitude)
Ο βαθμός λαμπρότητας ενός ουράνιου σώματος σε αριθμητική κλίμακα, κατά την οποία το λαμπρότερο άστρο έχει μέγεθος –1,4 και το πιο αμυδρό ορατό δια γυμνού οφθαλμού έχει μέγεθος 6. Στην κλίμακα αυτή η μείωση κατά μια μονάδα αντιστοιχεί σε αύξηση της φαινόμενης λαμπρότητας με συντελεστή 2,512.
Φαινόμενο Doppler (doppler effect)
(Christian Doppler 1803-1853) Η φαινομενική μεταβολή του μήκους κύματος του ήχου ή του φωτός, εξαιτίας της κίνησης της πηγής, του παρατηρητή ή και των δύο.
Φάσμα (spectrum)
Η κατανομή των μηκών κύματος και των συχνοτήτων.
Φασματογράφος (spectroradiometer)
Συσκευή που μετράει την ποσότητα ανακλώμενης ή ακτινοβολούμενης ενέργειας από μια επιφάνεια σε δύο ή περισσότερα μήκη κύματος.
Φωτόσφαιρα (photosphere)
Η ορατή επιφάνεια του Ήλιου. Εκεί εμφανίζονται οι ηλιακές κηλίδες.
Franklin, Benjamin 1706-1790
Αμερικανός πολιτικός, συγγραφέας και φυσικός επιστήμονας. Συνέβαλε στη σύνταξη της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Εφηύρε το αλεξικέραυνο.

Χ

Χιλιόγραμμο (kg, kilogram)
= 1000 γραμμάρια, η μάζα ενός λίτρου νερού.
Χιλιόμετρο (km, kilometer)
= 1000 meters = 0,62 miles.
Χρωμόσφαιρα (chromosphere)
Το κατώτερο στρώμα της ηλιακής ατμόσφαιρας, ανάμεσα στη φωτόσφαιρα και στην κορόνα.

Ψ

Ω

C

Cassini, Giovanni Domenico 1625-1712
Γάλλος αστρονόμος, ιταλικής καταγωγής, πρώτος διευθυντής του Αστεροσκοπίου Παρισιού. Ανακάλυψε τέσσερις δορυφόρους του Κρόνου (Τηθύς, Διώνη, Ρέα, Ιαπετός) και το μεγάλο χώρισμα στους δακτυλίους του πλανήτη.
Christy, James W.
Ανακάλυψε τον δορυφόρο του Πλούτωνα, Χάρωνα.

G

Galileo Galilei 1564-1642 (Γαλιλαίος)
Ιταλός αστρονόμος και φυσικός. Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τηλεσκόπιο για τη μελέτη των άστρων. Ανακάλυψε τους πρώτους δορυφόρους εξωγήινου σώματος (βλέπε γαλιλαϊκοί δορυφόροι). Εξέφρασε δημόσια την υποστήριξή του προς την ηλιοκεντρική θεωρία. Η Εκκλησία τον έκανε να σιωπήσει κηρύσσοντας τη θεωρία αυτή ως αιρετική. Έμεινε δε προσκολλημένη σ’ αυτή την άποψη για 350 χρόνια. Ο Γαλιλαίος δικαιώθηκε και τυπικά μόλις το 1992.
Galle, Johann Gottfried 1812-1910
Γερμανός αστρονόμος, ο οποίος, μαζί με τον Heinrich Louis d'Arrest, παρατήρησε πρώτος τον Ποσειδώνα, βασιζόμενος σε υπολογισμούς του Le Verrier. Ωστόσο, η ανακάλυψη του πλανήτη αποδίδεται στον Adams (που έκαμε νωρίτερα υπολογισμούς) και στον Le Verrier.
Gegenschein
Στρογγυλή ή μακρόστενη λαμπερή περιοχή στον ουρανό σε απόσταση 180 μοιρών από τον Ήλιο. Προκαλείται από την αλληλεπίδραση του ηλιακού φωτός με τη μεσοπλανητική ύλη. Στα αγγλικά λέγεται επίσης και counterglow (ανταύγεια).

J

Q

U

V

Van Allen, James A.
Αμερικανός φυσικός που ανακάλυψε τις ζώνες ακτινοβολίας της Γης (οι οποίες τώρα φέρουν το όνομά του), μέσω ενός οργάνου επί του πρώτου αμερικάνικου δορυφόρου, του Explorer 1.
Verne, Jules 1828-1905 (Ιούλιος Βερν)
Γάλλος συγγραφέας που θεωρείται ιδρυτής της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας. Γνωστά έργα του είναι το «Ταξίδι στο κέντρο της Γης» και «Από τη Γη στη Σελήνη».

W


Ιστοσελίδα προέλευσης
Γλωσσάριο υπό Calvin J. Hamilton
Γλωσσάριο υπό Bill Arnett
Κατάλογος Πλανητικών Τοπωνυμίων